βίδα
Ελληνικά · 유의어·반의어
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
βίδα¹
- ˈvi.ða
어원
βίδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βίδα < βενετική vida (ιταλική vite) < λατινική vitis (κλήμα, αμπελόκλημα) λόγω της ομοιότητας του ελικοειδούς σχήματος
명사 βίδα · βίδες · βίδας · βιδών
- μηχανικό εξάρτημα με σπείρωμα, που χρησιμεύει στη σύνδεση τμημάτων ενός μηχανισμού ή στερέωση αντικειμένων σε σταθερή επιφάνεια ※ Σηκώνει τὸ σῶμα γιὰ νὰ τὸ κρεμάση μὲ βίδες στὸ Σταυρὸ καὶ γιὰ νὰ γίνει πιὸ ἀληθινὴ ἡ Σταύρωση. (Ν. Kαρτσωνάκης-Nάκης, Θυμᾶμαι τὴ Σμύρνη, Ἀθήνα 1972)
-
ιδιοτροπία, παραξενιά ή ψυχολογική διαταραχή
※ Ο νους τ' ανθρώπου δε θέλει και πολύ για να στρίψει. Βίδα είναι αυτή και χαλάει. (Α. Δρόσος, Ανάμεσα στους πεθαμένους. Το βιβλίο του χαλασμού, Αθήνα 2005)
비슷한 말: ανισορροπία, λόξα
- για το ζυμαρικό
Βίδα²
어원
Βίδα < → λείπει η ετυμολογία
고유 명사 Βίδα
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
영어로
- screw fastener
이 단어에 대해 이야기하기 "βίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. βίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AF%CE%B4%CE%B1 "βίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AF%CE%B4%CE%B1.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {βίδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}