믹윈

βλήτρο

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

βλήτρο

어원

βλήτρο < αρχαία ελληνική βλῆτρον

명사 βλήτρο · βλήτρα · βλήτρου · βλήτρων

  1. κυλινδρικό στέλεχος, συνήθως από μέταλλο και σπανιότερα από άλλο υλικό, με πεπλατυσμένη την μία άκρη του και ελικώσεις στον κορμό, που χρησιμοποιείται για συνδέσεις, στερεώσεις και συναρμολογήσεις

    비슷한 말: βίδα, μπουλόνι

  2. βέργα οπλισμού που συνδέει δύο στοιχεία οπλισμένου σκυροδέματος

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"βλήτρο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βλήτρο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%BF

Chicago

"βλήτρο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βλήτρο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}