βαρελότο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βαρελότο
Where it comes from
βαρελότο < ιταλική barilotto < barile (βαρέλι)
noun βαρελότο · βαρελότα · βαρελότου · βαρελότων
- εκρηκτική συσκευή μικρής ισχύος που παράγει ισχυρό κρότο και χρησιμοποιείται συνήθως σε εορτασμούς Τρεις αμερικανοί τραυματίστηκαν σοβαρά και άλλα τέσσερα άτομα ελαφρότερα, όταν άγνωστος έριξε αυτοσχέδιο βαρελότο σε Ναό στη Οία της Σαντορίνης το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου. (*)
Similar: κροτίδα, μπομπάκι, δυναμιτάκι, στρακαστρούκα, βεγγαλικό
Thesaurus
noun
Similar: κροτίδα, μπομπάκι, δυναμιτάκι, στρακαστρούκα, βεγγαλικό
Talk about this word "βαρελότο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. βαρελότο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%BF "βαρελότο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βαρελότο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}