βαρύς
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βαρύς¹
- vaˈɾis
Where it comes from
βαρύς < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βαρύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷréh₂us < *gʷreh₂ (βαρύς) + *-us
adjective βαρύς · βαριά · βαρεία · βαρύ · βαριού, βαρύ · βαρέος
- που έχει μεγάλο βάρος, που ζυγίζει πολλά κιλά το παλιό έπιπλο ήταν βαρύ κι ασήκωτο
- που έχει μεγάλη πυκνότητα όταν κάποιοι έλεγαν ότι θα φτιάξουν ιπτάμενες συσκευές πιο βαριές από τον αέρα, τους έλεγαν αιθεροβάμονες
- που έχει μεγάλη ποσότητα από μια ουσία, πολύ έντονη γεύση ή έχει άσχημη επίδραση στον οργανισμό έναν καφέ πολλά βαρύ, παρακαλώ
- που δείχνει σημάδια επιδείνωσης ο καιρός ήταν βαρύς και φαινόταν ότι θα βρέξει
- που αναμένεται να έχει άσχημες επιπτώσεις οι κατηγορίες εναντίον του ήταν βαρύτατες
- άσχημος, γεμάτος ένταση ή στενοχώρια η ατμόσφαιρα ανάμεσα στους δυο παλιούς φίλους ήταν πολύ βαριά
- κακοδιάθετος ή/και υπερβολικά σοβαρός, σε σημείο αγένειας καμιά φορά Σήμερα το πρωί ο Γιώργος ήταν βαρύς κι ασήκωτος. Τι να του συνέβη άραγε;
Βαρύς²
Where it comes from
Βαρύς < αρχαία ελληνική Βαρύς
proper noun Βαρύς · Varys
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "βαρύς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CF%8D%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. βαρύς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CF%8D%CF%82 "βαρύς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CF%8D%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βαρύς},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CF%8D%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}