βαρύς

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βαρύς¹

  • vaˈɾis

Where it comes from

βαρύς < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βαρύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷréh₂us < *gʷreh₂ (βαρύς) + *-us

adjective βαρύς · βαριά · βαρεία · βαρύ · βαριού, βαρύ · βαρέος

  1. που έχει μεγάλο βάρος, που ζυγίζει πολλά κιλά το παλιό έπιπλο ήταν βαρύ κι ασήκωτο
  2. που έχει μεγάλη πυκνότητα όταν κάποιοι έλεγαν ότι θα φτιάξουν ιπτάμενες συσκευές πιο βαριές από τον αέρα, τους έλεγαν αιθεροβάμονες
  3. για φαγητό ή ποτό που έχει μεγάλη ποσότητα από μια ουσία, πολύ έντονη γεύση ή έχει άσχημη επίδραση στον οργανισμό έναν καφέ πολλά βαρύ, παρακαλώ
  4. που δείχνει σημάδια επιδείνωσης ο καιρός ήταν βαρύς και φαινόταν ότι θα βρέξει
  5. figuratively, μεταφορικά που αναμένεται να έχει άσχημες επιπτώσεις οι κατηγορίες εναντίον του ήταν βαρύτατες
  6. figuratively, μεταφορικά άσχημος, γεμάτος ένταση ή στενοχώρια η ατμόσφαιρα ανάμεσα στους δυο παλιούς φίλους ήταν πολύ βαριά
  7. για άνθρωπο κακοδιάθετος ή/και υπερβολικά σοβαρός, σε σημείο αγένειας καμιά φορά Σήμερα το πρωί ο Γιώργος ήταν βαρύς κι ασήκωτος. Τι να του συνέβη άραγε;

Βαρύς²

Where it comes from

Βαρύς < αρχαία ελληνική Βαρύς

proper noun Βαρύς · Varys

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βαρύς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CF%8D%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

βαρύς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CF%8D%CF%82

Chicago

"βαρύς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CF%8D%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βαρύς},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CF%8D%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}