βαρύτητα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βαρύτητα

  • vaˈɾi.ti.ta

Where it comes from

βαρύτητα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βαρύτης από την αιτιατική τὴν βαρύτητα.

: για τη φυσική < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική gravity

noun βαρύτητα · βαρύτητες · βαρύτητας · βαρυτήτων

  1. η ιδιότητα που έχει ο βαρύς

    Opposite: ελαφρότητα

  2. φυσική η παγκόσμια ελκτική δύναμη πάνω στην ύλη ο νόμος της βαρύτητας του Νεύτωνα
  3. figuratively, μεταφορικά το ιδιαίτερο βάρος, η ιδιαίτερη σημασία που έχει κάτι

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βαρύτητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CF%8D%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βαρύτητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CF%8D%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1

Chicago

"βαρύτητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CF%8D%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βαρύτητα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%81%CF%8D%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}