βασίλειο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βασίλειο¹
- vaˈsi.li.o
Where it comes from
βασίλειο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βασίλειο, αρχαία σημασία: παλάτι, πρωτεύουσα < βασιλεύς
noun βασίλειο · βασίλεια · βασιλείου · βασίλειου · βασιλείων
- χώρα που διοικείται από έναν βασιλιά το βασίλειο της Σουηδίας / του Βελγίου
- ταξινομική βαθμίδα κατώτερη της επικράτειας και ανώτερη της συνομοταξίας για το σύνολο των ζώων, των φυτών, των μυκήτων, και άλλων οργανισμών. Υπάρχουν έξι ή επτά βασίλεια. το ζωικό βασίλειο, το φυτικό βασίλειο
Βασίλειο²
Where it comes from
Βασίλειο < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Βασίλειο
- ανδρικό όνομα
proper noun Βασίλειο
- αιτιατική ενικού του Βασίλειος
In English
Talk about this word "βασίλειο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. βασίλειο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF "βασίλειο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βασίλειο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}