βασιλόπουλο
Ελληνικά · المرادفات والأضداد
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
βασιλόπουλο¹
- va.siˈlo.pu.lo
من أين أتت
βασιλόπουλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βασιλόπουλο < βασιλ(ιάς) + -ό- + -πουλο. Συγχρονικά αναλύεται σε βασιλ(ιάς) + -όπουλο.
Βασιλόπουλο²
من أين أتت
Βασιλόπουλο < βασιλόπουλο
اسم علم Βασιλόπουλο · Βασιλόπουλα · Βασιλόπουλου · Βασιλόπουλων
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
اسم علم Βασιλόπουλο · Βασιλόπουλα · Βασιλόπουλου · Βασιλόπουλων
- αιτιατική ενικού του Βασιλόπουλος
المرادفات والأضداد
بالإنجليزية
- prince male ruler or head of a principality
تحدّث عن هذه الكلمة "βασιλόπουλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. βασιλόπουλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF "βασιλόπουλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {βασιλόπουλο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}