βγαίνω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βγαίνω
- ˈvʝe.no
Where it comes from
βγαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐβγαίνω < αμάρτυρο **ἐγβαίνω με αντιμετάθεση των συμφώνων < αρχαία ελληνική ἐκβαίνω με μερική αφομοίωση [kv] > [ɣv]. Δείτε και το βγάζω.
verb βγαίνω · έβγαινα · βγω · βγήκα · βγαλμένος
-
προχωρώ ώστε να βρεθώ έξω από ένα κλειστό χώρο
Similar: εξέρχομαι · Opposite: μπαίνω, εισέρχομαι
- πηγαίνω για διασκέδαση, συνήθως με παρέα
- έχω ερωτική σχέση με ένα άτομο Πόσο καιρό βγαίνεις μαζί της;
- βλασταίνω, φυτρώνω Έχουν βγει τα σπαράγγια. Πάμε να μαζέψουμε;
- αρχίζω τη σταδιοδρομία μου Βγήκε στο θέατρο σε ηλικία 18 χρονών.
- προέρχομαι Από πού βγαίνει η λέξη αυτή;
- κυκλοφορώ
- αντεπεξέρχομαι στις οικονομικές μου υποχρεώσεις Δεν έβγαινε οικονομικά το μαγαζί του και αναγκάστηκε να το κλείσει.
In English
Talk about this word "βγαίνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B3%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. βγαίνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B3%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89 "βγαίνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B3%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βγαίνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B3%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}