βγαίνω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βγαίνω

  • ˈvʝe.no

Where it comes from

βγαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐβγαίνω < αμάρτυρο **ἐγβαίνω με αντιμετάθεση των συμφώνων < αρχαία ελληνική ἐκβαίνω με μερική αφομοίωση [kv] > [ɣv]. Δείτε και το βγάζω.

verb βγαίνω · έβγαινα · βγω · βγήκα · βγαλμένος

  1. προχωρώ ώστε να βρεθώ έξω από ένα κλειστό χώρο

    Similar: εξέρχομαι · Opposite: μπαίνω, εισέρχομαι

  2. πηγαίνω για διασκέδαση, συνήθως με παρέα
  3. έχω ερωτική σχέση με ένα άτομο Πόσο καιρό βγαίνεις μαζί της;
  4. για φυτά βλασταίνω, φυτρώνω Έχουν βγει τα σπαράγγια. Πάμε να μαζέψουμε;
  5. για επαγγελματικούς χώρους αρχίζω τη σταδιοδρομία μου Βγήκε στο θέατρο σε ηλικία 18 χρονών.
  6. προέρχομαι Από πού βγαίνει η λέξη αυτή;
  7. για έντυπα, ταινίες, δίσκους κλπ κυκλοφορώ
  8. αντεπεξέρχομαι στις οικονομικές μου υποχρεώσεις Δεν έβγαινε οικονομικά το μαγαζί του και αναγκάστηκε να το κλείσει.

In English

  • exit to go out or go away from a place or situation — see also depart, leave, egress
  • come out to exit
  • get out to leave or escape
  • go out to leave, especially a building

Talk about this word

Cite this
MLA

"βγαίνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B3%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

βγαίνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B3%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89

Chicago

"βγαίνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B3%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βγαίνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B3%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}