मिकविन

βεβαιότητα

Ελληνικά · पर्यायवाची और विलोम

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

βεβαιότητα

  • ve.veˈo.ti.ta

यह कहाँ से आया

βεβαιότητα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βεβαιότης από την αιτιατική ενικού «τὴν βεβαιότητα»

संज्ञा βεβαιότητα · βεβαιότητες · βεβαιότητας · βεβαιοτήτων

  1. το να είναι κανείς βέβαιος για κάτι, να μην έχει αμφιβολίες ※ Ο εργολάβος, αφού συμβουλεύτηκε το φασαριόζικο μηχάνημά του, που με τα διαολεμένα επαναλαμβανόμενα βουητά του σε έκανε να σκέφτεσαι ότι κάτω από τα πόδια σου κρύβεται ολόκληρος λόχος με τον εξοπλισμό του, υπέδειξε με την ίδια βεβαιότητα νέο σημείο λίγα μέτρα πιο πέρα. (Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Θα π

    मिलते-जुलते: σιγουριά, πεποίθηση

  2. κάτι που θεωρείται βέβαιο

विलोम: αβεβαιότητα

पर्यायवाची और विलोम

संज्ञा

विलोम: αβεβαιότητα

अंग्रेज़ी में

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"βεβαιότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%B2%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

βεβαιότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%B2%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1

Chicago

"βεβαιότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%B2%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βεβαιότητα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%B2%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}