βεληνεκές

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βεληνεκές

  • ve.li.neˈces

Where it comes from

βεληνεκές < (καθαρεύουσα), ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου βεληνεκής < βέλ(ος) + θέμα ενεκ- με έκταση του αρχικού φωνήεντος σε ⟨η⟩ λόγω της σύνθεσης, από το ἤνεγκον, όπως ως αόριστος του ρήματος φέρω. → δείτε και τις λέξεις διηνεκής και δουρηνεκής

noun βεληνεκές · βεληνεκή · βεληνεκούς · βεληνεκών

  1. φυσική η μέγιστη οριζόντια μετατόπιση ενός σώματος, όταν αυτό εκτελεί οριζόντια βολή (η απόσταση από το σημείο βολής έως το σημείο πρόσκρουσης) ※ Για να επιτυγχάνεται μεγάλο βεληνεκές και συγχρόνως ακρίβεια στη σκόπευση, χρειαζόταν ειδική και έντονη εξάσκηση. Το βεληνεκές, όταν οι τοξότες ήταν καλά ασκημένοι, έφθανε τα 200 μέτρα (Δημήτρης Ν. Αλεξάνδρου, Pompladores Griegos. Οι Έλληνες της Ισπανίας, εκδ. Ερωδιός, 2000, σελ. 95)
  2. για όπλα μέγιστο βεληνεκές: η μέγιστη απόσταση στην οποία μπορεί να εκτοξευτεί ένα βλήμα
  3. για όπλα δραστικό βεληνεκές: η μέγιστη απόσταση στην οποία μπορεί να εκτοξεύσει ένα βλήμα και να πλήξει αποτελεσματικά το στόχο του
  4. για όπλα ωφέλιμο βεληνεκές: η μέγιστη απόσταση στην οποία μπορεί να εκτοξεύσει ένα βλήμα και να πλήξει το στόχο του, προκαλώντας τραυματισμό μεγάλου βαθμού
  5. για όπλα απόλυτο μέγιστο βεληνεκές: η μέγιστη απόσταση στην οποία θα φτάσει το βλήμα με γωνία βολής +45° ως προς τον ορίζοντα. Στην απόσταση αυτή το βλήμα διανύει μεγάλη διαδρομή και η αντίσταση του αέρα ανακόπτει την ταχύτητά του αρκετά ώστε να μην έχει αρκετή ενέργεια, προκαλώντας σοβαρό πλήγμα στον στόχο που θα βρεθεί μέσα στη τροχιά του.
  6. figuratively, μεταφορικά η επιρροή που μπορεί να ασκήσει κάποιος με το λόγο του, τις απόψεις του, τη δράση του

In English

  • range maximum reach of capability

Talk about this word

Cite this
MLA

"βεληνεκές." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B5%CE%BA%CE%AD%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βεληνεκές. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B5%CE%BA%CE%AD%CF%82

Chicago

"βεληνεκές." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B5%CE%BA%CE%AD%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βεληνεκές},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B5%CE%BA%CE%AD%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}