βελόνα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βελόνα¹

  • veˈlo.na

Where it comes from

βελόνα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βελόνη

noun βελόνα · βελόνες · βελόνας · βελονών

  1. εργαλείο για ράψιμο με αιχμηρή άκρη και μικρό δακτύλιο για το πέρασμα της κλωστής ※ Βρέθηκαν επίσης, αρκετά χάλκινα μικροαντικείμενα, όπως βελόνες, μια αγκράφα και μία τοξωτή πόρπη, ενώ στο στόμα του νεκρού – σύμφωνα με τις ταφικές πρακτικές – ήταν τοποθετημένο ένα χάλκινο νόμισμα (Αρχαιολογικόν δελτίον, τόμος 54, 2005, σελ. 500)
  2. figuratively, συνεκδοχικά το ράψιμο, η ραπτική
  3. μεταλλικό εργαλείο για πλέξιμο
  4. το αιχμηρό μεταλλικό στέλεχος που προσαρμόζεται σε μια σύριγγα προκειμένου να γίνει ένεση
  5. η ακίδα που προσαρμόζεται στον βραχίονα ενός γραμμόφωνου ή πικ άπ πρέπει να αλλάξεις βελόνα στο πικ απ
  6. ο δείκτης μιας συσκευής μέτρησης η βελόνα στο στροφόμετρο έφτασε στο κόκκινο
  7. το φύλλο ορισμένων δέντρων όπως το πεύκο (πευκοβελόνα)

Similar: βελόνι, σακοράφα

Βελόνα²

Where it comes from

Βελόνα < γενική ενικού του αρσενικού Βελόνας

proper noun Βελόνα · Βελόνας · Velona

  1. γυναικείο επώνυμο

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βελόνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βελόνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CE%BD%CE%B1

Chicago

"βελόνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CE%BD%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βελόνα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CE%BD%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}