βεντούζα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βεντούζα

Where it comes from

βεντούζα < (άμεσο δάνειο) βενετική ventosa

noun βεντούζα · βεντούζες · βεντούζας · βεντουζών

  1. γυάλινο δοχείο που χρησιμοποιείται για να θερμαίνεται και να προσκολλάται στις πλάτες ασθενών με θεραπευτικό σκοπό

    Similar: κούπα

  2. η διαδικασία χρησιμοποίησης τέτοιων (1) δοχείων (κατά κανόνα στον πληθυντικό : κάνω, κόβω, ρίχνω βεντούζες)
  3. γενικά κάθε ελαστικό αντικείμενο με ιδιαίτερο σχήμα που προσκολλάται σε επίπεδες επιφάνειες λόγω έλλειψης αέρα
  4. εργαλείο για μετακίνηση τζαμιών ή άλλων μεγάλων επίπεδων επιφανειών
  5. εργαλείο για απόφραξη υδραυλικών εγκαταστάσεων· μυζητικό αποφρακτικό αποχέτευσης
  6. όργανο μερικών ζώων που χρησιμοποιείται για προσκόλληση

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βεντούζα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βεντούζα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%B1

Chicago

"βεντούζα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βεντούζα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}