βεντούζα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βεντούζα
Where it comes from
βεντούζα < (άμεσο δάνειο) βενετική ventosa
noun βεντούζα · βεντούζες · βεντούζας · βεντουζών
-
γυάλινο δοχείο που χρησιμοποιείται για να θερμαίνεται και να προσκολλάται στις πλάτες ασθενών με θεραπευτικό σκοπό
Similar: κούπα
- η διαδικασία χρησιμοποίησης τέτοιων (1) δοχείων (κατά κανόνα στον πληθυντικό : κάνω, κόβω, ρίχνω βεντούζες)
- γενικά κάθε ελαστικό αντικείμενο με ιδιαίτερο σχήμα που προσκολλάται σε επίπεδες επιφάνειες λόγω έλλειψης αέρα
- εργαλείο για μετακίνηση τζαμιών ή άλλων μεγάλων επίπεδων επιφανειών
- εργαλείο για απόφραξη υδραυλικών εγκαταστάσεων· μυζητικό αποφρακτικό αποχέτευσης
- όργανο μερικών ζώων που χρησιμοποιείται για προσκόλληση
In English
- suction cup cup using suction as an adhesive
- cupping glass glass vessel used in cupping
Talk about this word "βεντούζα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. βεντούζα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%B1 "βεντούζα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βεντούζα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}