κούπα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κούπα¹
- ˈku.pa
Where it comes from
κούπα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κοῦπα < ελληνιστική κοινή κοῦπα < λατινική cupa
noun κούπα · κούπες · κούπας
- κύπελλο ή πολύ μεγάλο φλιτζάνι με ή χωρίς λαβή
- η ποσότητα υγρού που χωράει σε μια κούπα Κάθε μέρα, πίνω τρεις κούπες καφέ.
- οικογένεια χαρτιών της τράπουλας που φέρουν ως σήμα μια κόκκινη καρδιά
- το κύπελλο που κερδίζει μια ομάδα σε αθλητική διοργάνωση
- στην Κρήτη, το ποτήρι με κρασί που πίνεται μονορούφι ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
- έδεσμα της Κύπρου και του Λεβάντε
- μισόκλειστο, κουφωτό παράθυρο
Κούπα²
Where it comes from
Κούπα <→ λείπει η ετυμολογία
proper noun Κούπα · Κούπας · Koupa
- γυναικείο επώνυμο
In English
Talk about this word "κούπα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. κούπα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%B1 "κούπα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κούπα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}