κούπα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κούπα¹

  • ˈku.pa

Where it comes from

κούπα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κοῦπα < ελληνιστική κοινή κοῦπα < λατινική cupa

noun κούπα · κούπες · κούπας

  1. κύπελλο ή πολύ μεγάλο φλιτζάνι με ή χωρίς λαβή
  2. figuratively, συνεκδοχικά η ποσότητα υγρού που χωράει σε μια κούπα Κάθε μέρα, πίνω τρεις κούπες καφέ.
  3. χαρτοπαίγνιο οικογένεια χαρτιών της τράπουλας που φέρουν ως σήμα μια κόκκινη καρδιά
  4. familiar, προφορικό, αθλητισμός το κύπελλο που κερδίζει μια ομάδα σε αθλητική διοργάνωση
  5. Cretan, ιδιωματικά, κρητικά στην Κρήτη, το ποτήρι με κρασί που πίνεται μονορούφι ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
  6. Cypriot, ιδιωματικά, κυπριακά, γαστρονομία έδεσμα της Κύπρου και του Λεβάντε
  7. idiomatic, ιδιωματικά, ιδιωματικό μισόκλειστο, κουφωτό παράθυρο

Κούπα²

Where it comes from

Κούπα <→ λείπει η ετυμολογία

proper noun Κούπα · Κούπας · Koupa

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κούπα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κούπα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%B1

Chicago

"κούπα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κούπα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}