βεστιάριο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βεστιάριο

  • ve.stiˈa.ɾi.o

Where it comes from

βεστιάριο < (άμεσο δάνειο) ιταλική vestiario < λατινική vestiarium < vestis < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wes-ti(h₂)- < *wes- (ντύνω, ρούχο). Συγκρίνετε με το μεσαιωνικό και ελληνιστικό βεστιάριον.

noun βεστιάριο · βεστιάρια · βεστιάριου · βεστιαρίου · βεστιάριων · βεστιαρίων

  1. θέατρο, ενδυμασία ο χώρος σε θέατρο για τα κοστούμια των ηθοποιών που χρησιμοποιούνται στις παραστάσεις ※ Ντυνόταν, μακιγιαριζόταν, χτενιζόταν μόνη της, φρόντιζε τ' αξεσουάρ και το βεστιάριό της και δούλευε δέκα - δώδεκα ώρες χωρίς διακοπή (Μίμης Τσακωνιάτης, Νίκος Νικολαΐδης, εκδόσεις Αιγόκερως, 2007, σελ. 29)
  2. ο χώρος οπου αφήνουν τα παλτά τους οι θεατές σ' ένα θέατρο

    Similar: γκαρνταρόμπα

Talk about this word

Cite this
MLA

"βεστιάριο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βεστιάριο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF

Chicago

"βεστιάριο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βεστιάριο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}