γκαρνταρόμπα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γκαρνταρόμπα
- ɡaɾ.daˈɾo.ba
Where it comes from
γκαρνταρόμπα < (άμεσο δάνειο) ιταλική guardaroba < γαλλική garde-robe < garder (φυλάω) + robe (φόρεμα)
noun γκαρνταρόμπα · γκαρνταρόμπες · γκαρνταρόμπας
-
χώρος, σε μουσείο ή άλλο μέρος, όπου οι επισκέπτες αφήνουν τα πανωφόρια τους, μεγάλες τσάντες, ομπρέλες, κ.λπ. κατά τη διάρκεια της επίσκεψής τους, δωρεάν ή έναντι μικρού ποσού
Similar: βεστιάριο
- συνολικά τα ρούχα που έχει κάποιος και με τα οποία εμφανίζεται, αυτά που είναι γνωστά στους άλλους κάθε χρόνο ανανεώνει την γκαρνταρόμπα της με ό,τι πιο μοδάτο κυκλοφορεί
In English
- wardrobe costume department
Talk about this word "γκαρνταρόμπα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%8C%CE%BC%CF%80%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. γκαρνταρόμπα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%8C%CE%BC%CF%80%CE%B1 "γκαρνταρόμπα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%8C%CE%BC%CF%80%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γκαρνταρόμπα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%8C%CE%BC%CF%80%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}