βιαστικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βιαστικός

  • vʝa.stiˈkos

Where it comes from

βιαστικός < βιασ- (< βιάζω) + -τικός

adjective βιαστικός · βιαστική · βιαστικό · βιαστικού · βιαστικής

  1. για ανθρώπους που βιάζεται, που σπεύδει, που δεν έχει πολύ χρόνο μπροστά του διαθέσιμο για να κάνει κάτι φεύγω τώρα, είμαι πολύ βιαστικός
  2. για ενέργειες ή αποτελέσματα ενεργειών γρήγορος έριξε μια βιαστική ματιά στο κείμενο πριν το παραδώσει
  3. που έγινε με βιασύνη και επομένως δεν είναι πολύ επιμελημένος ή προσεγμένος στις λεπτομέρειες ή στην εκτέλεση

    Similar: επιπόλαιος, πρόχειρος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βιαστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βιαστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"βιαστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βιαστικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}