βουβάλι
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
βουβάλι
- vuˈva.li
Από πού έρχεται
βουβάλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βουβάλιον < ελληνιστική κοινή βούβαλος
ουσιαστικό βουβάλι · βουβάλια · βουβαλιού · βουβαλιών
- (Bubalus bubalis) είδος άγριου και μεγαλόσωμου βοοειδούς με κοντό και αραιό τρίχωμα και μακριά κέρατα, το οποίο ζει κυρίως στην Ασία και την Αφρική
- ο παχύς, άχαρος και δυσκίνητος άνθρωπος
Στα αγγλικά
- buffalo bovid of the Bubalina subtribe
Συζήτησε αυτή τη λέξη "βουβάλι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. βουβάλι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%B9 "βουβάλι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%B9.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {βουβάλι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}