βρασμός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βρασμός
Where it comes from
βρασμός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βρασμός < αρχαία ελληνική βρασμός < βράζω
noun βρασμός · βρασμοί · βρασμού · βρασμών · βρασμό · βρασμούς
- το φαινόμενο που συνοδεύει τη μετάβαση ενός υγρού σε αέριο, όταν εξάτμιση γίνεται σε όλη τη μάζα του υγρού κι όχι μόνον επιφανειακά ※ σχετικά με τη διδασκαλία/μάθηση των φαινομένων εξαέρωσης, υγροποίησης και εξάτμισης. Τα φαινόμενα εξαέρωσης μέσω βρασμού και υγροποίησης χρησιμοποιούνται συνήθως στο νηπιαγωγείο για τη διδασκαλία του κύκλου του νερού (Κατερίνα Πλακίτση, Ελένη Κολοκούρη, Ευθύμιος Σταμούλης, Ερευνητικές και διδακτικ
-
η διαδικασία της ζύμωσης
Similar: βράση
-
ταραγμένη ψυχική κατάσταση
βρασμός ψυχικής οργής
Similar: αναβρασμός, αναστάτωση, αναταραχή, οργή, αγανάκτηση, ταραχή
- η ακμή μιας κατάστασης
In English
- boil point at which fluid begins to change to a vapour
Talk about this word "βρασμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. βρασμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "βρασμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βρασμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}