ταραχή

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ταραχή

  • ta.ɾaˈçi

Where it comes from

ταραχή < αρχαία ελληνική ταραχή < ταράσσω / ταράττω

noun ταραχή · ταραχές · ταραχής · ταραχών

  1. ψυχοσωματική ανησυχία και αναστάτωση ※ Φοβάται μήπως διασταυρωθούν τα βλέμματά μας και τα χάσει από την ταραχή. (Πέτρος Μάρκαρης, Βασικός μέτοχος, 2006, σελ. 13)
  2. αταξία και αναστάτωση που επικρατεί σε κάποιο μέρος ή σ’ ένα σύνολο ανθρώπων
  3. βίαιη ανακίνηση
  4. dated, παρωχημένο θόρυβος
  5. plural, στον πληθυντικό ταραχές κοινωνικές αναστατώσεις και εκδηλώσεις διαμαρτυρίας

Similar: ανακατωσούρα, αναστάτωση, ανησυχία, αταξία, διατάραξη, διασάλευση, φασαρία · Opposite: γαλήνη, ηρεμία, νηφαλιότητα

Thesaurus

In English

  • trouble distressful or dangerous situation
  • disorder absence of order
  • turmoil a state of great disorder or uncertainty

Talk about this word

Cite this
MLA

"ταραχή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ταραχή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%AE

Chicago

"ταραχή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ταραχή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}