ταραχή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ταραχή
- ta.ɾaˈçi
Where it comes from
ταραχή < αρχαία ελληνική ταραχή < ταράσσω / ταράττω
noun ταραχή · ταραχές · ταραχής · ταραχών
- ψυχοσωματική ανησυχία και αναστάτωση ※ Φοβάται μήπως διασταυρωθούν τα βλέμματά μας και τα χάσει από την ταραχή. (Πέτρος Μάρκαρης, Βασικός μέτοχος, 2006, σελ. 13)
- αταξία και αναστάτωση που επικρατεί σε κάποιο μέρος ή σ’ ένα σύνολο ανθρώπων
- βίαιη ανακίνηση
- θόρυβος
- ταραχές κοινωνικές αναστατώσεις και εκδηλώσεις διαμαρτυρίας
Similar: ανακατωσούρα, αναστάτωση, ανησυχία, αταξία, διατάραξη, διασάλευση, φασαρία · Opposite: γαλήνη, ηρεμία, νηφαλιότητα
Thesaurus
noun
Similar: ανακατωσούρα, αναστάτωση, ανησυχία, αταξία, διατάραξη, διασάλευση, φασαρία · Opposite: γαλήνη, ηρεμία, νηφαλιότητα
In English
Talk about this word "ταραχή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. ταραχή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%AE "ταραχή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ταραχή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}