βραχίονας
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βραχίονας
- vɾaˈçi.o.nas
Where it comes from
βραχίονας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βραχίων
noun βραχίονας · βραχίονες · βραχίονα · βραχιόνων
- το ανώτερο τμήμα του χεριού, από τον ώμο μέχρι τον αγκώνα ※ Ο άντρας που μέχρι τώρα στεκόταν με ακουμπισμένο τον βραχίονα στη γωνιά του καθίσματος ζυγώνει πιο κοντά το πρόσωπο. (Γιάννης Γουδέλης, Μικρή μετανάστευση σε μεγάλη ηλικία)
- μηχανικό χέρι, τμήμα μηχανήματος
- οτιδήποτε μοιάζει με χέρι ο βραχίονας του λιμανιού
- το ένα από τα δύο στελέχη που συγκρατούν τα γυαλιά οράσεως στο αφτί
Similar: μπράτσο
Thesaurus
noun
Similar: μπράτσο
In English
- upper arm section of an arm
Talk about this word "βραχίονας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%AF%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. βραχίονας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%AF%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%82 "βραχίονας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%AF%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βραχίονας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%AF%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}