βραχίονας

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βραχίονας

  • vɾaˈçi.o.nas

Where it comes from

βραχίονας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βραχίων

noun βραχίονας · βραχίονες · βραχίονα · βραχιόνων

  1. το ανώτερο τμήμα του χεριού, από τον ώμο μέχρι τον αγκώνα ※ Ο άντρας που μέχρι τώρα στεκόταν με ακουμπισμένο τον βραχίονα στη γωνιά του καθίσματος ζυγώνει πιο κοντά το πρόσωπο. (Γιάννης Γουδέλης, Μικρή μετανάστευση σε μεγάλη ηλικία)
  2. μηχανικό χέρι, τμήμα μηχανήματος
  3. οτιδήποτε μοιάζει με χέρι ο βραχίονας του λιμανιού
  4. το ένα από τα δύο στελέχη που συγκρατούν τα γυαλιά οράσεως στο αφτί

Similar: μπράτσο

Thesaurus

noun

Similar: μπράτσο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βραχίονας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%AF%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βραχίονας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%AF%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%82

Chicago

"βραχίονας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%AF%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βραχίονας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%AF%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}