μπράτσο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μπράτσο¹
- ˈbɾa.t͡so
Where it comes from
μπράτσο < (άμεσο δάνειο) ιταλική braccio < λατινική bracchium < αρχαία ελληνική βραχίων (αντιδάνειο)
noun μπράτσο · μπράτσα · μπράτσου · μπράτσων
- συνώνυμο του βραχίονας ※ Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ εἶναι ὁ φοῦρνος. Κάθε τόσο μπαινοβγαίνει κάποιος μὲ μιὰ κουλούρα περασμένη στὸ μπράτσο ἢ μιὰ φραντζόλα κάτω ἀπὸ τὴ μασκάλη. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Συνοικία, στο περιοδικό Νέα Εστία τχ. 259 (1 Οκτωβρίου 1937), τόμ. 22, σελ. 1447)
- τμήμα καθίσματος για στήριξη των χεριών τα μπράτσα της καρέκλας/της πολυθρόνας
- ταστιέρα έγχορδου οργάνου
Μπράτσο²
Where it comes from
Μπράτσο < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Μπράτσο · Bratso
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Talk about this word "μπράτσο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. μπράτσο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%BF "μπράτσο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μπράτσο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}