מיקווין

βρομο-

Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

βρομο-

מאיפה זה בא

βρομο- < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βρομο- < βρόμ(α) + -ο- Για τη γραφή με όμικρον ή ωμέγα → δείτε τη λέξη βρομώ

תחילית βρομο- · βρόμ- · βρομ-

  1. του βρόμικου βρομόσπιτο

    הפך: καθαρο-

  2. της κακής οσμής βρομοκοπάω
  3. για κακά λόγια, βωμολοχίες βρομόγλωσσα, βρομόστομος
  4. μειωτικό ή υβριστικό βρομογύναικο, βρομάνθρωπος
  5. επιτατικό αρνητικής σημασίας βρομόκαιρος
  6. και σε προφορικές περιστασιακές συνθέσεις Να! Αυτό το βρομόσφυρο φταίει που χτύπησα!

דומה: παλιο-

מילים נרדפות והפכים

תחילית

דומה: παλιο-

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"βρομο-." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF-. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βρομο-. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF-

Chicago

"βρομο-." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF-.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βρομο-},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF-},
  urldate = {2026-11-07}
}