βρομο-
Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
βρομο-
מאיפה זה בא
βρομο- < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βρομο- < βρόμ(α) + -ο- Για τη γραφή με όμικρον ή ωμέγα → δείτε τη λέξη βρομώ
תחילית βρομο- · βρόμ- · βρομ-
-
του βρόμικου
βρομόσπιτο
הפך: καθαρο-
- της κακής οσμής βρομοκοπάω
- για κακά λόγια, βωμολοχίες βρομόγλωσσα, βρομόστομος
- μειωτικό ή υβριστικό βρομογύναικο, βρομάνθρωπος
- αρνητικής σημασίας βρομόκαιρος
- και σε προφορικές περιστασιακές συνθέσεις Να! Αυτό το βρομόσφυρο φταίει που χτύπησα!
דומה: παλιο-
מילים נרדפות והפכים
תחילית
דומה: παλιο-
לדבר על המילה הזו "βρομο-." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF-. Accessed 7 Nov. 2026. βρομο-. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF- "βρομο-." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF-.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {βρομο-},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF-},
urldate = {2026-11-07}
}