παλιο-

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παλιο-

  • paˈʎo

Where it comes from

παλιο- < παλι(ός) + -ο-

prefix παλιο- · παλιό- · παλι-

  1. offensive, επιτατικό, μειωτικό που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό είναι δυσάρεστο ή άσχημο ή χαμηλής ποιότητας ή ηθικής υποστάθμης παλιοκόριτσο, παλιόκαιρος

    Similar: βρομο-

  2. με αρνητική σημασία όπου το δεύτερο συνθετικό βρίσκεται σε κακή κατάσταση λόγω παλαιότητας παλιοσίδερο, παλιομοδίτης, παλιόρουχο
  3. familiar, οικείο ή προσδίδει θετική σημασία στο δεύτερο συνθετικό παλιοπαρέα, παλιόφιλος
  4. familiar, προφορικό αντί του λογιότερου παλαιο- παλιοημερολογίτης < παλαιοημερολογίτης

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"παλιο-." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BF-. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παλιο-. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BF-

Chicago

"παλιο-." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BF-.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παλιο-},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BF-},
  urldate = {2026-11-07}
}