βόλτα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βόλτα¹

  • ˈvol.ta

Where it comes from

βόλτα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βόλτα < ιταλική volta (στροφή) < δημώδης λατινική *volta < λατινική voluta, θηλυκό του volutus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος volvo (στρέφω, γυρίζω, κυλώ) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wel- (γυρίζω, τριγυρίζω)

noun βόλτα · βόλτες · βόλτας

  1. διάνυση μίας απόστασης με τα πόδια ή με οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο, με ή χωρίς συγκεκριμένο προορισμό ή σκοπό, για αναψυχή ※ σήμερα της έχουν φορέσει παπούτσια, τα οποία φαίνονται γυαλισμένα, ή αυτό το τρίποντο τακούνι, πόσες βόλτες να έχει κάνει μ' αυτό το υπόδημα, και κοιτάξτε, τώρα πια ούτε που θυμάται πως έφτασε εδώ (Núria Añó, Χαμηλά σύννεφα, μετάφραση: Παρασκευή Μουτσιούνα, εκδ. Babelcube Incorporated, 2021)

    Similar: περίπατος

  2. η περιφορά γύρω από ένα άξονα

    Similar: γύρος, περιστροφή

  3. μηχανολογία σπειροειδής αυλάκωση, σπείρωμα σε βίδες και άλλα εξαρτήματα

Βόλτα²

Where it comes from

Βόλτα < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Βόλτα · Volta

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

Talk about this word

Cite this
MLA

"βόλτα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CF%84%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

βόλτα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CF%84%CE%B1

Chicago

"βόλτα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βόλτα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}