περίπατος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
περίπατος
- peˈɾi.pa.tos
Where it comes from
περίπατος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περίπατος
noun περίπατος · περίπατοι · περιπάτου · περίπατου · περιπάτων · περίπατο
- το περπάτημα για ευχαρίστηση, διασκέδαση, αναψυχή ※ Οι παραθεριστές απολάμβαναν την θάλασσα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο με κάθε δυνατό τρόπο. Απ’ το πρωινό τους μπάνιο στα κρυστάλλινα γαληνεμένα νερά και την μεσημβρινή μάσα και βόλτα πλατσουρίζοντας στο κυμοθάλασσο, ως το απογευματινό κολύμπι στο ηλιοβασίλεμα και τον περίπατο στην ακρογια
- η τοποθεσία στην οποία γίνεται το παραπάνω περπάτημα
- σύντομη διαδρομή
Similar: βόλτα, γύρα, γύρος, περιδιάβαση, σεργιάνι, σουλάτσο, τσάρκα
Thesaurus
In English
Talk about this word "περίπατος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 5 Nov. 2026. περίπατος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 5, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82 "περίπατος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 5, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {περίπατος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-05}
}