γάρος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γάρος¹

  • ˈɣa.ɾos

Where it comes from

γάρος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γάρος (είδος σάλτσας) & γάρον (ουδέτερο) < αβέβαιης ετυμολογίας. Συγγενή: ποντιακή γάρον < αρχαία ελληνική γάρον

noun γάρος · γάροι · γάρου · γάρων · γάρο · γάρους

  1. γαστρονομία, χωρίς πληθυντικό το αλατισμένο νερό, στο οποίο συντηρούνται τρόφιμα (ψάρια, ελιές, λαχανικά κ.λπ.). Λέγεται και άλμη ή σαλαμούρα
  2. χωρίς πληθυντικό σάλτσα που παρασκευάζεται από μικρά ψάρια, εντόσθια ψαριών, λάδι και λεμόνι
  3. το υγρό που απομένει στο ελαιοτριβείο μετά την έκθλιψη των ελιών

    Similar: κατσίγαρος

  4. figuratively, συνεκδοχικά κάθε θολό υγρό
  5. το λέκιασμα, ο ρύπος

Γάρος²

Where it comes from

Γάρος < γάρος

proper noun Γάρος · Γάρου · Garos

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • pickle brine used for preserving food

Talk about this word

Cite this
MLA

"γάρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

γάρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"γάρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γάρος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}