γένος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γένος

  • ˈʝe.nos

Where it comes from

γένος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γένος

noun γένος · γένη · γένους · γενών

  1. ένα σύνολο ανθρώπων που συνδέονται με συγγενικούς δεσμούς, ευρύτερο από την οικογένεια
  2. το έθνος, ιδιαίτερα το ελληνικό
  3. μία ευρύτερη έννοια που μπορεί να υποδιαιρείται σε επιμέρους έννοιες - είδη
  4. για έμψυχα η διάκριση φύλου Τα γένη των περισσότερων οργανισμών βάσει του συστήματος φυλοκαθορισμού διακρίνονται σε άρρενα (αρσενικά)) και θήλεα (θηλυκά)

    Similar: φυσικό γένος

  5. της μητέρας το πατρικό επώνυμο (επίθετο) Η Ελένη Χατζηαργύρη, το γένος Γαρυφαλλίδου, υπήρξε ηθοποιός του θεάτρου
  6. γραμματική γραμματική κατηγορία που αποδίδεται σε ονόματα ουσιαστικά ή επίθετα, σε μετοχές ή αντωνυμίες· στην ελληνική γλώσσα διακρίνουμε το αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο γένος

    Similar: γραμματικό γένος

  7. ταξινομία υποδιαίρεση των ταξινομικών βαθμίδων, ανώτερη από το είδος και κατώτερη από την οικογένεια λατινικά genus

In English

  • gender grammar: division of nouns and pronouns
  • genus rank in a taxonomic classification between family and species
  • née used to indicate maiden name of a woman
  • maiden name married person's original last name

Talk about this word

Cite this
MLA

"γένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

γένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"γένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}