γένος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γένος
- ˈʝe.nos
Where it comes from
γένος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γένος
noun γένος · γένη · γένους · γενών
- ένα σύνολο ανθρώπων που συνδέονται με συγγενικούς δεσμούς, ευρύτερο από την οικογένεια
- το έθνος, ιδιαίτερα το ελληνικό
- μία ευρύτερη έννοια που μπορεί να υποδιαιρείται σε επιμέρους έννοιες - είδη
-
η διάκριση φύλου
Τα γένη των περισσότερων οργανισμών βάσει του συστήματος φυλοκαθορισμού διακρίνονται σε άρρενα (αρσενικά)) και θήλεα (θηλυκά)
Similar: φυσικό γένος
- της μητέρας το πατρικό επώνυμο (επίθετο) Η Ελένη Χατζηαργύρη, το γένος Γαρυφαλλίδου, υπήρξε ηθοποιός του θεάτρου
-
γραμματική κατηγορία που αποδίδεται σε ονόματα ουσιαστικά ή επίθετα, σε μετοχές ή αντωνυμίες· στην ελληνική γλώσσα διακρίνουμε το αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο γένος
Similar: γραμματικό γένος
- υποδιαίρεση των ταξινομικών βαθμίδων, ανώτερη από το είδος και κατώτερη από την οικογένεια λατινικά genus
In English
- gender grammar: division of nouns and pronouns
- genus rank in a taxonomic classification between family and species
- née used to indicate maiden name of a woman
- maiden name married person's original last name
Talk about this word "γένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. γένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "γένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}