γαλβανίζω
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
γαλβανίζω
- ɣal.vaˈni.zo
מאיפה זה בא
γαλβανίζω, μαρτυρείται από το 1847 (μετά το 1812 τού γαλβανισμός) < οπτικό λόγιο δάνειο από τη γαλλική galvaniser από το όνομα του ιταλού γιατρού, φυσιολόγου Luigi Galvani (Λουίτζι Γκαλβάνι)
פועל γαλβανίζω · γαλβάνισα · γαλβανίζομαι · γαλβανίστηκα · γαλβανισμένος
- γενικά επιμεταλλώνω, περνάω λεπτό στρώμα μετάλλου σε άλλο μέταλλο
- ηλεκτρίζω με γαλβανική στήλη
- επιψευδαργυρώνω μεταλλική επιφάνεια ή αντικείμενο για προστασία από τη διάβρωση - σκουριά
- ενθουσιάζω, εμψυχώνω, ηλεκτρίζω Φοβερός δημαγωγός, ξέρει να γαλβανίζει τα πλήθη!
באנגלית
- galvanize to coat with a thin layer of metal by electrochemical means
לדבר על המילה הזו "γαλβανίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. γαλβανίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89 "γαλβανίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {γαλβανίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}