γιλέκο
Ελληνικά
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
γιλέκο
- ʝiˈle.ko
من أين أتت
γιλέκο < γελέκο < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική یلك (yelek) (τουρκική yelek)
اسم γιλέκο · γιλέκα · γιλέκου · γιλέκων
- ρούχο χωρίς μανίκια και γιακά που κουμπώνει μπροστά (κυρίως αυτό που φοριέται πάνω από το πουκάμισο και κάτω από το σακάκι του κουστουμιού) ※ Φορώντας γιλέκο, γραβάτα και καπέλο φεντόρα, ένας μπαρίστας με τρόπους επιτηδευμένους τους σέρβιρε γρήγορα την παραγγελία τους. Όρμησαν ο καθένας στο πιάτο του και ήπιαν τον καφέ.
بالإنجليزية
تحدّث عن هذه الكلمة "γιλέκο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B9%CE%BB%CE%AD%CE%BA%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. γιλέκο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B9%CE%BB%CE%AD%CE%BA%CE%BF "γιλέκο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B9%CE%BB%CE%AD%CE%BA%CE%BF.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {γιλέκο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%B9%CE%BB%CE%AD%CE%BA%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}