γκάιντα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γκάιντα
- ˈɡai̯.da
Where it comes from
γκάιντα < (άμεσο δάνειο) τουρκική gayda < ισπανική gaita < πιθανή καταγωγή από γοτθική 𐌲𐌰𐌹𐍄𐍃 (gaits, κατσίκα) από το δέρμα του ζώου για τον ασκό του οργάνου
: ή από την βουλγαρική гайда (gájda) απ' όπου η οθωμανική τουρκική غایده (gâyda), η τουρκική και πολλά συγγενή σε γλώσσες της Βαλκανικής. ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
noun γκάιντα · γκάιντες · γκάιντας
- πνευστό μουσικό όργανο που αποτελείται από ασκί, επιστόμιο και δύο η περισσότερους αυλούς ※ Οι στίχοι του Θανάση Παπακωνσταντίνου είναι άχρονοι και άτοποι. Και ακριβώς αυτό του επιτρέπει να συνομιλεί αφενός με τα περσικά ρουμπαγιάτ, αφετέρου με το ηπειρώτικο κλαρίνο, τις γκάιντες και το ροκ τζαμάρισμα. (Κωνσταντίνος Τσάβαλος, Αέρας Πεχλιβάνης: Η προφορική ιστορία του Βραχνού Προφήτη: Όπω
Thesaurus
In English
Talk about this word "γκάιντα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%B9%CE%BD%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. γκάιντα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%B9%CE%BD%CF%84%CE%B1 "γκάιντα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%B9%CE%BD%CF%84%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γκάιντα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%B9%CE%BD%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}