τσαμπούνα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τσαμπούνα

  • t͡saˈbu.na

Where it comes from

τσαμπούνα < (άμεσο δάνειο) ιταλική zampogna < λατινική symphonia < αρχαία ελληνική συμφωνία (αντιδάνειο)

noun τσαμπούνα · τσαμπούνες · τσαμπούνας · τσαμπουνών

  1. μουσικό όργανο είδος παραδοσιακού πνευστού μουσικού οργάνου με ασκό αντίστοιχο με τον αρχαίο άσκαυλο

Similar: τζαμπούνα, σαμπούνα, γκάιντα, πίπιζα, ασκομαντούρα, τσαμπουνοφυλάκα, αγγείον, τουλούμι, σκορτσάμπουνο

verb τσαμπούνα · τσαμπούνες · τσαμπούνας · τσαμπουνών

  1. β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεστώτα του ρήματος τσαμπουνάω άλλες μορφές: τσαμπούναγε

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τσαμπούνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τσαμπούνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B1

Chicago

"τσαμπούνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τσαμπούνα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}