γκεσέμι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γκεσέμι

  • ɟeˈse.mi

Where it comes from

γκεσέμι < κεσέμι με τροπή του αρχικού k > g < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική كوسم (kösem) (τουρκική kösem) + κατάληξη ουδετέρων -ι.

noun γκεσέμι · γκεσέμια · γκεσεμιού · γκεσεμιών

  1. άλλη μορφή του κεσέμι ※ Την προκαθορισμένη ημέρα συγκέντρωσα το κοπάδι και έπιασα το γκεσέμι. Προσήλθε ο κτηνίατρος με τα νυστέρια του, αλλά μόλις πήγε να του τρυπήσει τ' αυτιά, αυτό έδωσε μια σπρωξιά σ' εμένα και τον κτηνίατρο, πήδηξε το φράχτη και ανέβηκε στον παρακείμενο βράχο. (από επιστολή αναγνώστη, εφημερίδα Ελευθ
  2. figuratively, μεταφορικά ο μπροστάρης, ο πρωτοπόρος, ο ηγέτης ※ η μόνη κίνηση που θα αποτελούσε αληθινή τομή και θα ανεδείκνυε έναν ηγέτη ως γκεσέμι και όχι ως συντελεστή στην παρακολούθηση του κοπαδιού ή/και των κοπαδοποιητικών γκάλοπ ... (από άρθρο του Α. Δ. Παπαγιανίδη, εφημερίδα Το Βήμα, Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2007)

Similar: μπροστάρης, πρωτοπόρος

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"γκεσέμι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%B5%CF%83%CE%AD%CE%BC%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γκεσέμι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%B5%CF%83%CE%AD%CE%BC%CE%B9

Chicago

"γκεσέμι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%B5%CF%83%CE%AD%CE%BC%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γκεσέμι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%B5%CF%83%CE%AD%CE%BC%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}