πρωτοπόρος

Ελληνικά · Синонимы и антонимы

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

πρωτοπόρος

  • pɾo.toˈpo.ɾos

Откуда оно

πρωτοπόρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πρωτοπόρος (πρωτοτάξιδος) < αρχαία ελληνική πρῶτος (πρωτο- + πόρος

:* για τις μεταφορικές σημασίες:< (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική pionnier κατά τη σημασία του πρωτοπορία

:* και ουσιαστικοποιημένο

прилагательное πρωτοπόρος · πρωτοπόρα · πρωτοπόρο · πρωτοπόρου · πρωτοπόρας

  1. που προπορεύεται, που βρίσκεται μπροστά
  2. που πετυχαίνει σε ό,τι καταπιάνεται και διακρίνεται
  3. που εφαρμόζει νέες, καινούριες τεχνικές, μεθόδους, γνώσεις ή έχει νέες ιδέες κι οι άλλοι τον ακολουθούν

    Похожие: ρηξικέλευθος, καινοτόμος, πιονιέρος

Противоположное: ουραγός

существительное πρωτοπόρος · πρωτοπόρα · πρωτοπόρο · πρωτοπόρου · πρωτοπόρας

  1. πρωτοπόρος

Синонимы и антонимы

прилагательное

Противоположное: ουραγός

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"πρωτοπόρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πρωτοπόρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"πρωτοπόρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πρωτοπόρος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}