γκουρού

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γκουρού

  • guˈɾu

Where it comes from

γκουρού < (διαχρονικό δάνειο) γαλλική gourou < σανσκριτική गुरु (gurú, αξιοσέβαστος). Η μεταφορική σημασία «καθοδηγητής, αυθεντία» διαδόθηκε περί το 1960. Ομόρριζα: αρχαία ελληνική βαρύς.

noun γκουρού

  1. figuratively, μεταφορικά καθοδηγητής, αυθεντία Καμαρώστε τον γκουρού της οικονομίας.
  2. θρησκεία, ινδουισμός ο πνευματικός δάσκαλος και καθοδηγητής στην ινδική φιλοσοφία
  3. ironic, ειρωνικό αυτός που παριστάνει τον έμπειρο δάσκαλο, χωρίς ωστόσο να διαθέτει την απαραίτητη πείρα ή ειδικές γνώσεις που τον ξεχωρίζουν Λαμβάνει καθοδήγηση επί πληρωμή ενός φερομένου ως «γκουρού».

In English

  • guru spiritual teacher

Talk about this word

Cite this
MLA

"γκουρού." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%8D. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γκουρού. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%8D

Chicago

"γκουρού." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%8D.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γκουρού},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%8D},
  urldate = {2026-11-07}
}