γκόμενος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γκόμενος
- ˈɡo.me.nos
Where it comes from
γκόμενος < είτε από το γκόμενα, είτε από την ιταλική gommeno → δείτε περισσότερα στο γκόμενα
noun γκόμενος · γκόμενοι · γκόμενου · γκόμενων · γκόμενο · γκόμενους
- ερωτικός σύντροφος, αυτός με τον οποίο, κάποια/ος έχει ερωτικές σχέσεις ※ «Ο λόγος που δεν έχει γκόμενα είναι ότι έχει γκόμενο» ... «Τι;», «Πως;», «Αποκλείεται!», «Μήπως είναι ιδέα σου;», «Ο Ερρίκος; Αφού ήταν πάντα ο κλασικός μουνάκιας!». (Αύγουστος Κορτώ, Το σεξ και πώς να το αποφύγετε, εκδ. Πατάκης, 2024)
- ο ωραίος άντρας ※ Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
In English
Talk about this word "γκόμενος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. γκόμενος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82 "γκόμενος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γκόμενος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}