γλείφω
Ελληνικά
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
γλείφω
- ˈɣli.fo
De unde vine
γλείφω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γλείφω. Είτε < ελληνιστική κοινή ἐκλείχω < αρχαία ελληνική ἐκ- + λείχω, είτε < συμπροφορά αντωνυμίας και του λείχω (/ton-l > toŋɡl > ɣl/). Η μετατροπή [x] > [f], πιθανόν από την επίδραση του μεσαιωνικού ἀλείφω.
verb γλείφω · έγλειψα · γλείφομαι · γλείφτηκα · γλειμμένος
- εφαρμόζω και γλιστράω τη γλώσσα μου πάνω σε κάτι Η μικρή έγλειφε το παγωτό της με απόλαυση.
- πλησιάζω να αγγίξω Οι φλόγες της φωτιάς σχεδόν έγλειφαν τον οικισμό.
- κολακεύω Είναι ένας τιποτένιος. Μόνο γλείφοντας τους προϊσταμένους του θα πάρει προαγωγή.
În engleză
Discută despre acest cuvânt "γλείφω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%86%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. γλείφω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%86%CF%89 "γλείφω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%86%CF%89.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {γλείφω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%86%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}