ミクウィン

γλιτώνω

Ελληνικά

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

γλιτώνω

  • ɣliˈto.no

由来

γλιτώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γλυτώνω με ορθογραφική απλοποίηση < ἐγλυτώνω < *εκλυτώνω < ελληνιστική κοινή ἔκλυτος < αρχαία ελληνική λύω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *lewH- → δείτε και την ετυμολογική γραφή γλυτώνω

動詞 γλιτώνω · γλίτωσα · γλίτωνα · θα γλιτώνω · να γλιτώνω

  1. transitive, μεταβατικό σώζω κάποιον από επικείμενο κίνδυνο, βλάβη ή ζημία
  2. intransitive, αμετάβατο σώζομαι, απαλλάσσομαι από επικείμενο κίνδυνο, βλάβη ή ζημία

英語で

  • escape to avoid (any unpleasant person or thing); to elude, get away from
  • survive to live past a life-threatening event (sense 3)

この単語について話す

引用する
MLA

"γλιτώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γλιτώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"γλιτώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γλιτώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}