γλωττίδα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γλωττίδα

  • ɣloˈti.ða

Where it comes from

γλωττίδα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γλωττίς από την αιτιατική ενικού «τὴν γλωττίδα». Και για τον τύπο γλωσσίς → δείτε τη λέξη γλωσσίδα

noun γλωττίδα · γλωττίδες · γλωττίδας · γλωττίδων

  1. ανατομία το άνοιγμα ανάμεσα στις φωνητικές πτυχές άλλες μορφές: γλωσσίδα
  2. μουσική άλλη μορφή του γλωσσίδι ※ Πνευστά (αερόφωνα). Λειτουργούν με το φύσημα, την εκπνοή του αέρα από τους ανθρώπινους πνεύμονες. […] Με απλό περιστόμιο: φλάουτο και πίκολο. Με μονή γλωττίδα: κλαρινέτο, μπάσο κλαρινέτο, σαξόφωνο. Με διπλή γλωττίδα: όμποε και αγγλικό κόρνο (κορ ανγκλέ), φαγκότο και κόντρα φαγκότο.

In English

  • reed music: part of mouthpiece

Talk about this word

Cite this
MLA

"γλωττίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%84%CF%84%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γλωττίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%84%CF%84%CE%AF%CE%B4%CE%B1

Chicago

"γλωττίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%84%CF%84%CE%AF%CE%B4%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γλωττίδα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%84%CF%84%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}