γνώση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γνώση

  • ˈɣno.si

Where it comes from

γνώση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γνῶ(σις) + -ση < γιγνώσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵneh₃-

noun γνώση · γνώσεις · γνώσης · γνώσεων

  1. το να γνωρίζει κάποιος κάτι Δεν είχα γνώση της κατάστασης.
  2. οι πληροφορίες που αποκτά κάποιος και οι παραστάσεις που σχηματίζει για τον κόσμο και τα πράγματα μετά από την νοητική επεξεργασία των εμπειρικών δεδομένων Με τις μελέτες του απέκτησε πλούσιες γνώσεις.
  3. φιλοσοφία το σύνολο των προτάσεων με τις οποίες περιγράφεται, κατανοείται κι ερμηνεύεται η πραγματικότητα
  4. φιλοσοφία η ουσία και τα αίτια ενός πράγματος ή γεγονότος
  5. η σύνεση γερόντου γνώση
  6. μνημονική καταγραφή εθίμων ή διαδικασιών Η χειρουργική απαιτεί γνώση κι εμπειρία.

Opposite: άγνοια, αγνωσία, αμάθεια

Thesaurus

In English

  • knowledge fact of knowing about something; understanding, familiarity with information
  • awareness the state or quality of being aware of something
  • learning accumulated knowledge
  • literacy understanding of something
  • prudence quality or state of being prudent
  • cognizance awareness

Talk about this word

Cite this
MLA

"γνώση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

γνώση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%83%CE%B7

Chicago

"γνώση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γνώση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}