γνώση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γνώση
- ˈɣno.si
Where it comes from
γνώση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γνῶ(σις) + -ση < γιγνώσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵneh₃-
noun γνώση · γνώσεις · γνώσης · γνώσεων
- το να γνωρίζει κάποιος κάτι Δεν είχα γνώση της κατάστασης.
- οι πληροφορίες που αποκτά κάποιος και οι παραστάσεις που σχηματίζει για τον κόσμο και τα πράγματα μετά από την νοητική επεξεργασία των εμπειρικών δεδομένων Με τις μελέτες του απέκτησε πλούσιες γνώσεις.
- το σύνολο των προτάσεων με τις οποίες περιγράφεται, κατανοείται κι ερμηνεύεται η πραγματικότητα
- η ουσία και τα αίτια ενός πράγματος ή γεγονότος
- η σύνεση γερόντου γνώση
- μνημονική καταγραφή εθίμων ή διαδικασιών Η χειρουργική απαιτεί γνώση κι εμπειρία.
Thesaurus
In English
Talk about this word "γνώση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. γνώση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%83%CE%B7 "γνώση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γνώση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}