γουδί

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γουδί¹

  • ɣuˈði

Where it comes from

γουδί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γδ(ίν) με ανάπτυξη του φθόγγου [u] < μεσαιωνική ελληνική ἰγδίν < ἰγδίον < αρχαία ελληνική ἴγδις

noun γουδί · γουδιά · γουδιού · γουδιών

  1. κουζινικά το σκεύος που χρησιμοποιείται για κοπάνισμα διάφορων υλικών και ανάμειξη μειγμάτων, όπως η σκορδαλιά· το υλικό τοποθετείται στο κοίλο μέρος και δουλεύεται με το γουδοχέρι ※ Χαρακτηριστικό ἦταν κι ἕνα αὐτοσχέδιο τρίστιχο μέ τό ὁποῖο οἱ Μοναστηρακιανοί σατίριζαν τούς Κρητικούς : τό γουδί λένε χαβάνι, τό πάπλωμα γιοργάνι καί τό μαγαζί ντουκιάνι (Θωμάς Κοροβίνης, Σμύρνη: μια πόλη στη λογοτεχνία, εκδ. Μεταίχμιο, 2006, σελ. 505)

Similar: καυκιά, χαβάνι

Γουδί²

  • ɣuˈði

Where it comes from

Γουδί < γουδί

proper noun Γουδί · Γουδιού

  1. συνοικία της Αθήνας ※ Τον Αύγουστο του 1909 αξιωματικοί του στρατού ξεσηκώθηκαν εναντίον του βασιλιά ζητώντας αλλαγές σε διάφορους τομείς. Το κίνημα στο Γουδί, όπως αποκαλείται η παραπάνω ενέργεια, οδήγησε στο σχηματισμό κυβέρνησης από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος θα πρωταγωνιστήσει στην πολιτική ζωή της Ελλάδας το

Thesaurus

noun

Similar: καυκιά, χαβάνι

In English

  • mortar vessel used to grind ingredients

Talk about this word

Cite this
MLA

"γουδί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%AF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

γουδί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%AF

Chicago

"γουδί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%AF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γουδί},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%AF},
  urldate = {2026-11-06}
}