γραμμή

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γραμμή

  • ɣɾaˈmi

Where it comes from

γραμμή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γραμμή < γράφω

noun γραμμή · γραμμές · γραμμής · γραμμών

  1. γεωμετρία, μαθηματικά το συνεχόμενο ίχνος διαφόρων σχημάτων και μεγεθών, η διαδρομή που χαράσσει ένα κινούμενο σημείο στον χώρο. Η γραμμή έχει μόνο τη διάσταση του μήκους. ευθεία / καμπύλη / τεθλασμένη γραμμή
  2. κάθε σχηματική χάραξη στο εσωτερικό της παλάμης του χεριού, η οποία φέρεται να αντιπροσωπεύει τη πορεία της υγείας, της ζωής, της επιτυχίας κάθε ανθρώπου έχει μεγάλη γραμμή ζωής, θα ζήσει πολλά χρόνια
  3. η ευθυγραμμισμένη σειρά από όμοια πράγματα, πρόσωπα ή στοιχεία σε αυτή την περιοχή τα σπίτια είναι χτισμένα σε γραμμή
  4. η τακτοποιημένη σειρά στοιχείων έτσι ώστε το ένα οδηγεί στο άλλο
  5. η αράδα ενός γραπτού κειμένου ή ο στίχος σε ένα ποιήμα η σελίδα Α4 συνήθως έχει 22 γραμμές
  6. η παράταξη των στρατιωτικών δυνάμεων με μια παράτολμη προσπάθεια διασπάστηκαν οι γραμμές των αντιπάλων
  7. η καθοδήγηση που δίνεται για μια πορεία που πρέπει να ακολουθηθεί χαράχτηκε η γραμμή της κυβερνητικής πολιτικής
  8. figuratively, μεταφορικά οι οδηγίες που δίνονται προς μια κατεύθυνση είναι γραμμή της εταιρείας να ακολουθούμε μόνο έννομα μέσα
  9. το τακτικό και καθορισμένο δρομολόγιο ενός μέσου μεταφοράς υπάρχει γραμμή για το νησί τέσσερις φορές την ημέρα
  10. η νοητή πορεία που ακολουθούν τα μέσα μαζικής μεταφοράς κατά την εκτέλεση των δρομολογίων τους η γραμμή για τις Σπέτσες περνάει συνήθως από τον Πόρο και την Ύδρα
  11. πληθυντικός: γραμμές οι ράγες του τρένου αυτοκτόνησε πέφτοντας στις γραμμές του τρένου
  12. collective, περιληπτικό το σύνολο των καλωδίων μέσα από τα οποία μεταβιβάζεται ένα σήμα (τηλεοπτικό, τηλεφωνικό κ.λπ.)
  13. η τηλεφωνική σύνδεση την ώρα που μιλούσαμε έπεσε η γραμμή του τηλεφώνου
  14. το (πραγματικό ή νοητό) σύνορο ανάμεσα σε δύο εκτάσεις η γραμμή του ορίζοντα
  15. το περίγραμμα ενός αντικειμένου ή των μερών του προσπαθεί με τη δίαιτα να ξαναβρεί τη γραμμή της
  16. βάσεις δεδομένων (αγγλικά: row) η γραμμή ενός πίνακα στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων. Κάθε γραμμή πρέπει να είναι διαφορετική από τις υπόλοιπες μέσα στον πίνακα και τα πεδία της (γνωρίσματα) να λαμβάνουν τιμές από το πεδίο ορισμού τους. ※ Κάθε γραμμή του πίνακα καλείται πλειάδα(tuple) ή εγγραφή(record) του πίνακα (σχέσης) και συνήθως αντιστοιχεί σε μια οντότητα ή συσχέτιση του φυσικού κόσμου.

    Similar: εγγραφή, πλειάδα, tuple

adverb γραμμή · γραμμές · γραμμής · γραμμών

  1. κατευθείαν να πας γραμμή και να του μιλήσεις
  2. στη σειρά, διαδοχικά πήρα γραμμή τις εταιρείες και έκανα την ενημέρωση

In English

  • line path through two or more points, threadlike mark

Talk about this word

Cite this
MLA

"γραμμή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

γραμμή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CE%AE

Chicago

"γραμμή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γραμμή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CE%AE},
  urldate = {2026-11-06}
}