γραφικά

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

γραφικά

  • ɣɾa.fiˈka

Откуда оно

γραφικά (επίρρημα) < γραφικός + -ά < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική γραφή < γράφω (σημασιολογικό δάνειο) ιταλική pittoresco

# γραφικά (ουσιαστικό) < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική graphics < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική γραφή < γράφω

наречие γραφικά

  1. με γραφικότητα

существительное γραφικά · γραφικών

  1. τέχνη, πληροφορική σχέδια που έχουν σχεδιαστεί από υπολογιστή και χρησιμοποιούνται σε ιστοσελίδες ή έντυπα
  2. πληροφορική η εικαστική παρουσίαση δεδομένων (data) οπτικού περιεχομένου

прилагательное γραφικά

  1. accusative, neuter, nominative, plural, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γραφικός

существительное γραφικά

  1. accusative, nominative, plural, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραφικά

По-английски

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"γραφικά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γραφικά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CE%AC

Chicago

"γραφικά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γραφικά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}