Ρομ

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Ρομ

Where it comes from

Ρομ < αγγλική Rom < (τσιγγάνικη λέξη) rom (νυμφευμένος άνδρας, σύζυγος) < σανσκριτική डोम (doma, =μέλος κατώτατης ινδικής κάστας ή περιπλανώμενος μουσικός και χορευτής)

proper noun Ρομ

  1. εθνικό όνομα νομαδικός λαός με απώτερη ινδική καταγωγή ※ η συγγραφέας αναλύει τα παραμύθια των ρομ με βάση τη σχέση περιεχομένου και πλαισίου (κοινωνικού και επιτελεστικού) της αφήγησης. Διαπιστώνει ότι η αφήγηση είναι μια ενεργός διαδικασία, πολυφωνικού και όχι μονολογικού χαρακτήρα και εμπλέκει αποφασιστικά το αφηγούμενο πρόσωπο με τους ακροατές του.

Similar: αθίγγανος, ατσίγγανος, γύφτος, κατσίβελος, Μελελέ, Σίντι, τσιγγάνος

Thesaurus

In English

  • Rom a member of the Romani people
  • Roma the Romani people

Talk about this word

Cite this
MLA

"Ρομ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BC. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

Ρομ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BC

Chicago

"Ρομ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {Ρομ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%BF%CE%BC},
  urldate = {2026-11-06}
}