δάσος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δάσος¹

  • ˈða.sos

Sounds like δασός

Where it comes from

δάσος, ήδη τον 5ο αιώνα στον Ιπποκράτη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δάσος < δασύς

noun δάσος · δάση · δάσους · δασών

  1. βοτανική ένα πυκνό σύνολο δέντρων που καλύπτει μια σχετικά μεγάλη έκταση ※ Ἐσταματοῦσε ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό, ἀπὸ χάνι σὲ χάνι, ἐμπρὸς εἰς τὶς καλύβες τῶν ἀγροτῶν καὶ τὴν στάνη τῶν ποιμένων, εἰς τὸ δάσος, πολλὲς φορὲς κοντὰ εἰς τὸν δρόμον καὶ μὲ τὸ μπουζούκι καὶ τὰ νευρόσπαστά του ἐκέρδιζε τὸ ψωμί του.
  2. figuratively, μεταφορικά ένα πυκνό σύνολο από ομοειδή αντικείμενα ένα δάσος από κίονες, ένα δάσος από ανεμογεννήτριες

Δάσος²

Where it comes from

Δάσος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Δάσος · Δάσου · Dasos

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"δάσος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AC%CF%83%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δάσος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AC%CF%83%CE%BF%CF%82

Chicago

"δάσος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AC%CF%83%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δάσος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AC%CF%83%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}