δένω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δένω

  • ˈðe.no

Where it comes from

δένω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δένω < αρχαία ελληνική δέω

verb δένω · έδενα · δέσω · έδεσα · δένομαι · δενόμουν

  1. συνδέω κάτι με κάτι άλλο, το ενσωματώνω ή το κάνω να προσεγγίσει αρκετά, το σταθεροποιώ του έδεσαν το χέρι μέχρι να δέσει το κόκαλο
  2. περιορίζω τις κινήσεις ανθρώπου ή ζώου, τον κρατάω δέσμιο με διάφορα μέσα ή περιορίζω κάτι σημαντικό για την ελευθερία του έδεσε πρόχειρα το σκυλάκι σε μια κολώνα γιατί δεν την άφησαν να μπει στο φούρνο μαζί του
  3. περιορίζω κάτι επικίνδυνο για την υγεία, έδεσαν προσεκτικά το τραύμα για να σταματήσουν την αιμορραγία και να μη μολυνθεί η πληγή
  4. σταθεροποιώ αντικείμενο με σχοινί ή άλλο μέσο, στερεώνω κάτι ώστε να είναι στη θέση που θέλω (για πλωτά μέσα, πιάνω σε λιμάνι) το καράβι δένει στο λιμάνι
  5. εξασφαλίζω κάτι έδεσε το γάιδαρό της
  6. εξασφαλίζω ότι ένα δεμένο σχοινί ή παρόμοιο υλικό δεν θα χαλαρώσει δένω κόμπο τη γραβάτα
  7. σταθεροποιούμαι και ολοκληρώνω την ανάπτυξή μου δένει ο καρπός (δεν πέφτει πρόωρα, δεν ξεραίνεται προτού καλοσχηματιστεί)
  8. ωριμάζει φαγητό που απαιτεί χρόνο δένει το τουρσί σε 3 με 4 βδομάδες περίπου (αποκτά ενιαία υφή και σωστή γεύση)
  9. συνδέω συναισθηματικά ή διανοητικά (κυρίως η μετοχή δεμένος) είναι δεμένη οικογένεια
  10. εναρμονίζομαι, ταιριάζω ήρθε κι έδεσε
  11. περιβάλλω με μια λουρίδα υφάσματος, συνήθως ένα μέρος του σώματος Tου έδεσαν τα μάτια και τον οδήγησαν στο κρυσφύγετό τους.
  12. συνδέω, συναρμολογώ μεθοδικά τα διάφορα τμήματα από τα οποία αποτελείται ένα αντικείμενο, μια μηχανή Μπορώ να λύσω και να δέσω ένα ρολόι σε μια ώρα.

Opposite: λύνω

Thesaurus

verb

Opposite: λύνω

In English

  • bind transitive to tie or fasten tightly together, with a cord, band, ligature, chain
  • tie to attach or fasten with string
  • leash to fasten or secure with a leash
  • fasten to attach or connect in a secure manner

Talk about this word

Cite this
MLA

"δένω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

δένω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CE%BD%CF%89

Chicago

"δένω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δένω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}