δένω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δένω
- ˈðe.no
Where it comes from
δένω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δένω < αρχαία ελληνική δέω
verb δένω · έδενα · δέσω · έδεσα · δένομαι · δενόμουν
- συνδέω κάτι με κάτι άλλο, το ενσωματώνω ή το κάνω να προσεγγίσει αρκετά, το σταθεροποιώ του έδεσαν το χέρι μέχρι να δέσει το κόκαλο
- περιορίζω τις κινήσεις ανθρώπου ή ζώου, τον κρατάω δέσμιο με διάφορα μέσα ή περιορίζω κάτι σημαντικό για την ελευθερία του έδεσε πρόχειρα το σκυλάκι σε μια κολώνα γιατί δεν την άφησαν να μπει στο φούρνο μαζί του
- περιορίζω κάτι επικίνδυνο για την υγεία, έδεσαν προσεκτικά το τραύμα για να σταματήσουν την αιμορραγία και να μη μολυνθεί η πληγή
- σταθεροποιώ αντικείμενο με σχοινί ή άλλο μέσο, στερεώνω κάτι ώστε να είναι στη θέση που θέλω (για πλωτά μέσα, πιάνω σε λιμάνι) το καράβι δένει στο λιμάνι
- εξασφαλίζω κάτι έδεσε το γάιδαρό της
- εξασφαλίζω ότι ένα δεμένο σχοινί ή παρόμοιο υλικό δεν θα χαλαρώσει δένω κόμπο τη γραβάτα
- σταθεροποιούμαι και ολοκληρώνω την ανάπτυξή μου δένει ο καρπός (δεν πέφτει πρόωρα, δεν ξεραίνεται προτού καλοσχηματιστεί)
- ωριμάζει φαγητό που απαιτεί χρόνο δένει το τουρσί σε 3 με 4 βδομάδες περίπου (αποκτά ενιαία υφή και σωστή γεύση)
- συνδέω συναισθηματικά ή διανοητικά (κυρίως η μετοχή δεμένος) είναι δεμένη οικογένεια
- εναρμονίζομαι, ταιριάζω ήρθε κι έδεσε
- περιβάλλω με μια λουρίδα υφάσματος, συνήθως ένα μέρος του σώματος Tου έδεσαν τα μάτια και τον οδήγησαν στο κρυσφύγετό τους.
- συνδέω, συναρμολογώ μεθοδικά τα διάφορα τμήματα από τα οποία αποτελείται ένα αντικείμενο, μια μηχανή Μπορώ να λύσω και να δέσω ένα ρολόι σε μια ώρα.
Opposite: λύνω
Thesaurus
verb
Opposite: λύνω
In English
Talk about this word "δένω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. δένω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CE%BD%CF%89 "δένω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δένω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}