λύνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λύνω
- ˈli.no
Sounds like λινό
Where it comes from
λύνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λύνω < αρχαία ελληνική λύω
verb λύνω · έλυνα · λύσω · έλυσα · λύνομαι · λύθηκα
- χαλαρώνω το δέσιμο, ξεσφίγγω, ξεδένω, αποδεσμεύω, ελευθερώνω από δέσιμο λύνω τη γραβάτα, λύνω τα κορδόνια μου
- αποσυναρμολογώ μου πήρε μια ώρα να λύσω τη μηχανή
- τερματίζω, δίνω τέλος σε κάτι λύνω τα μάγια, λύνω τη σιωπή, λύθηκε η απεργία
- επιλύω, βρίσκω την απάντηση σε μαθηματικό πρόβλημα, σε μυστήριο ή παιχνίδι λύνω την εξίσωση, έλυσα το σταυρόλεξο
- διακόπτω, διαλύω λύνω τη συμφωνία, λύνω τον αρραβώνα
- για τους παθητικούς τύπους:
In English
Talk about this word "λύνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8D%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. λύνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8D%CE%BD%CF%89 "λύνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8D%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λύνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8D%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}