δέος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δέος
- ˈðe.os
Where it comes from
δέος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δέος
noun δέος · δέους
- συναίσθημα φόβου ή σεβασμού και αναγνώρισης της δύναμης και του μεγαλείου μιας υπέρτερης δύναμης ※ Στη λαμπρή τελετή των Θεοφανίων ο γόνος Παπαγεωργίου έκανε το παπαδάκι κοντά στον αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο κρατώντας θυμιατό και δικηροτρίκηρα. Φωτογραφίες του τοπικού τύπου της εποχής αποτυπώνουν το δέος του εφήβου που από τότε προαλειφόταν για το ιερατείο (Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, Η μοναξιά ενός ασ
In English
Talk about this word "δέος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. δέος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CE%BF%CF%82 "δέος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δέος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}