δέσμη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δέσμη

Where it comes from

δέσμη < αρχαία ελληνική δέσμη (δεμάτι) < δέω (δένω)

noun δέσμη · δέσμες · δέσμης · δεσμών

  1. ένα σύνολο από πολλά αντικείμενα ίδιου είδους, τα οποία είτε είναι δεμένα μεταξύ τους, είτε τα συγκρατεί μια κλωστή, σπάγκος, περιτύλιγμα Δέσμη εγγράφων.
  2. καθετί που παρουσιάζεται ή θεωρείται ως σύνολο ομοειδών πραγμάτων με κοινή προέλευση ή κοινό στόχο Δέσμη φορολογικών μέτρων.
  3. εκπαίδευση, στην Ελλάδα καθεμιά από τις ομάδες μαθημάτων (μαθήματα δέσμης) που όφειλαν να παρακολουθήσουν οι μαθητές της τελευταίας τάξης του λυκείου και στα οποία εξετάζονταν στο τέλος της σχολικής περιόδου (πανελλαδικές εξετάσεις) για να εισαχθούν σε συγκεκριμένες σχολές των ΑΕΙ και ΤΕΙ

    Opposite: κορμός

  4. προσανατολισμένη ακτινοβολία Δέσμη φωτός.

In English

  • sheaf any collection of things bound together; a bundle
  • bunch a group of similar things

Talk about this word

Cite this
MLA

"δέσμη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CF%83%CE%BC%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

δέσμη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CF%83%CE%BC%CE%B7

Chicago

"δέσμη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CF%83%CE%BC%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δέσμη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CF%83%CE%BC%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}