δέσμη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δέσμη
Where it comes from
δέσμη < αρχαία ελληνική δέσμη (δεμάτι) < δέω (δένω)
noun δέσμη · δέσμες · δέσμης · δεσμών
- ένα σύνολο από πολλά αντικείμενα ίδιου είδους, τα οποία είτε είναι δεμένα μεταξύ τους, είτε τα συγκρατεί μια κλωστή, σπάγκος, περιτύλιγμα Δέσμη εγγράφων.
- καθετί που παρουσιάζεται ή θεωρείται ως σύνολο ομοειδών πραγμάτων με κοινή προέλευση ή κοινό στόχο Δέσμη φορολογικών μέτρων.
-
καθεμιά από τις ομάδες μαθημάτων (μαθήματα δέσμης) που όφειλαν να παρακολουθήσουν οι μαθητές της τελευταίας τάξης του λυκείου και στα οποία εξετάζονταν στο τέλος της σχολικής περιόδου (πανελλαδικές εξετάσεις) για να εισαχθούν σε συγκεκριμένες σχολές των ΑΕΙ και ΤΕΙ
Opposite: κορμός
- προσανατολισμένη ακτινοβολία Δέσμη φωτός.
In English
Talk about this word "δέσμη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CF%83%CE%BC%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. δέσμη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CF%83%CE%BC%CE%B7 "δέσμη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CF%83%CE%BC%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δέσμη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%AD%CF%83%CE%BC%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}