κορμός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κορμός¹

Where it comes from

κορμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κορμός

• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

noun κορμός · κορμοί · κορμού · κορμών · κορμό · κορμούς

  1. βοτανική το τμήμα του φυτού πάνω από τις ρίζες και μέχρι τα κλαριά του
  2. ανατομία το μεσαίο τμήμα του ανθρώπινου σώματος, πάνω από τα πόδια και μέχρι τον αυχένα, το ανθρώπινο σώμα μη περιλαμβανομένων των άκρων και της κεφαλής
  3. το βασικό τμήμα ενός σχεδίου, μίας λειτουργίας, μίας οντότητας, μιας εργασίας θεωρητικής ο κορμός της έκθεσης, του προγράμματος, της παρέλασης
  4. γαστρονομία γλυκό με σοκολάτα και μπισκότα που στο σχήμα μοιάζει με κορμό δέντρου ※ Αυτή η γκανάς σοκολάτας είναι η τελειότερη κρέμα που μπορείτε να φτιάξετε: λεία, βελούδινη, σταθερή και γεμάτη πλούσια σοκολατένια γεύση. Ιδανική για γέμιση, επικάλυψη, αλλά και για κορμούς και τούρτες. (Γκανάς σοκολάτας (Ganache) για επικάλυψη κορμού και τούρτας, ανακτήθηκε στις 12/11/2025, argir

    Similar: μωσαϊκό

  5. colloquial, καθομιλουμένη, εκπαίδευση, στην Ελλάδα το σύνολο των μαθημάτων της τελευταίας τάξης του λυκείου (μαθήματα κορμού) που ήταν κοινά για όλους τους μαθητές, ανεξάρτητα από τη δέσμη που είχαν επιλέξει Σήμερα έχουμε μόνο μια ώρα κορμό και τρεις ώρες δέσμη.

Κορμός²

Where it comes from

Κορμός < κορμός

proper noun Κορμός · Κορμοί · Κορμού · Κορμών · Κορμό · Κορμούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • log trunk of dead tree, cleared of branches
  • trunk tree trunk
  • torso body excluding the head and limbs
  • tree trunk the main structural member of a tree

Talk about this word

Cite this
MLA

"κορμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κορμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"κορμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κορμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}