δαίμονας
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δαίμονας
- ˈðe.mo.nas
Where it comes from
δαίμονας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δαίμονας < αρχαία ελληνική δαίμων
noun δαίμονας · δαίμονες · δαίμονα · δαιμόνων
- κακοποιό πνεύμα ※ Ἀπέναντι τῆς Μοίρας αὐτῆς δέν θά μποροῦσε νά ἀντιταχθεῖ παρά ἡ ψυχολατρία (manismus) καὶ ἡ ἐξευμενιστική λατρεία (θυσίες κλπ.) στοὺς «δαίμονες». Ένα σημαντικό βήμα γιὰ τὴ νόηση στάθηκε ἡ σύλληψη, ὁ ὁραματισμὸς τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου ὡς ἑνιαίου ὀργανωμένου καὶ ἁρμονικοῦ Συνόλου (Νέα Εστία, τόμος 89,
- άνθρωπος πανέξυπνος που βρίσκει πάντα τρόπο να πετυχαίνει αυτό που θέλει
- άνθρωπος καταχθόνιος
- πρόγραμμα το οποίο εκτελείται στο παρασκήνιο (χωρίς να έχει εμφανές γραφικό περιβάλλον), υπηρεσία
Thesaurus
In English
Talk about this word "δαίμονας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%AF%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. δαίμονας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%AF%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%82 "δαίμονας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%AF%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δαίμονας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%AF%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}